ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΠΡΟΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗ Η ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΕΣ / ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΩΝΟΥΝ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ

Μετά από τριάμισι χρόνια ανεπίτρεπτης παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων επανέρχεται προς επίλυση το καίριο αυτό ζήτημα στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Τεράστια αδιέξοδα είχε προκαλέσει η απόφαση / πρακτικά της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που στη συνεδρίασή του 22η/08.11.2006, θεώρησε (με οριακή πάντως πλειοψηφία) ότι, αν και δεν ανήκει καν στην αρμοδιότητά του, βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, να κρίνει τη δικαιοδοσία («αρμοδιότητα») των άλλων δικαστηρίων, παρόλα αυτά μπορεί, ασκώντας «παρεμπιπτόντως» οικονομικό έλεγχο στις μισθοδοσίες, να τις αγνοήσει. Έτσι, το Ελεγκτικό Συνέδριο, παραβιάζοντας όχι μόνο τους κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τα όρια της αρμοδιότητάς του, αλλά και το Σύνταγμα και το Κοινοτικό Δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κάθε έννοια δικαίου, έκρινε ότι είναι «ανυπόστατες» οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που έχουν αμετάκλητα δικαιώσει συμβασιούχους, επειδή – κατά την άποψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου – μετά την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος 164/2004 («Παυλόπουλου») δεν είναι αρμόδια να κρίνουν επί των θεμάτων αυτών τα Πολιτικά Δικαστήρια. Με τον τρόπο αυτό έφερε σε απόγνωση εργαζομένους που, αν και είχαν αμετάκλητα δικαιωθεί από τα αρμόδια Δικαστήρια, η Πολιτεία (Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης), αντιμετώπιζε τις αμετάκλητες αυτές δικαστικές αποφάσεις ως «κουρελόχαρτα». Όπως είναι προφανές, επιδίωξη της στάσης αυτής του Ελεγκτικού Συνεδρίου ήταν να «απαλλάξει», διακινδυνεύοντας το κύρος του,  το Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ακόμα και από τη στοιχειώδη για μια δημοκρατική και ευνομούμενη πολιτεία υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις δικαστικές αποφάσεις.

Η πλευρά των εργαζομένων, προκειμένου να προστατευτούν από την κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων τους και πάγιων δικαιικών αρχών, που παραπέμπουν στο ίδιο το δημοκρατικό μας πολίτευμα, εξάντλησε κάθε προσφερόμενη θεσμικά κατοχυρωμένη δυνατότητα. Την ώθηση προς επανεξέταση της στάσης του από το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο (αρχικά σε Τμήμα του και τώρα στην Ολομέλειά του) έδωσε η απόφαση 18/2008 του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, που αποτελεί την πρώτη απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου πάνω στα ζητήματα αυτά και την οποία χειρίστηκε η πληρεξούσια Δικηγόρος των εργαζομένων, Φωτεινή Δ. Δερμιτζάκη. Το Τριμελές Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ως αρμόδιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης προς Δικαστικές αποφάσεις, παρά τη σχετική στάση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διαπίστωσε ότι η παράλειψη του Δήμου Κρωπίας να συμμορφωθεί προς αμετάκλητη απόφαση Πολιτικού Δικαστηρίου που δικαίωσε 34 συμβασιούχους (υποχρεώνοντας το Δήμο να τους απασχολεί σε θέσεις αορίστου χρόνου) είναι παράνομη και επέβαλε στο Δήμο πρόστιμο ύψους 5.000 ευρώ για κάθε εργαζόμενο.

Και μετά όμως την απόφαση αυτή, η αρμόδια επίτροπος αρνήθηκε να εγκρίνει τα εντάλματα για την πληρωμή των εργαζομένων. Έτσι, το Θέμα έφτασε εκ νέου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, που με δεδομένη και την έκδοση της σχετικής απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, τάχθηκε σε Τμήμα του κατά πλειοψηφία υπέρ της νομιμότητας της πληρωμής των εργαζομένων και παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια για επανεξέταση του όλου ζητήματος.

Ήδη ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Γεώργιος Κ. Σχοινιωτάκης, κατέθεσε την Γνώμη του ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θέτοντας το όλο θέμα στις σωστές του βάσεις και συνολικά αποκαθιστώντας τους θεσμούς, τα όρια των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τα ζητήματα της δικαιοδοσίας των Πολιτικών και Διοικητικών Δικαστηρίων και αναδεικνύοντας την υποχρέωση σεβασμού στις δικαστικές αποφάσεις σε ύψιστη υποχρέωση κάθε Ευνομούμενης και Δημοκρατικής Πολιτείας. Στην εισήγησή του τέμνει με σαφήνεια, ευθυκρισία και με νομικά στέρεη και ολοκληρωμένη επιχειρηματολογία όλα τα ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά.

Πιο συγκεκριμένα, ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου διαπιστώνει τα εξής:

1.  Αφού αναφέρεται στην κατά το Σύνταγμα (άρθρο 98) και κατά το Νόμο (π.δ. 774/1980) αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία έχει ως όριο το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικες / αμετάκλητες αποφάσεις, επισημαίνει ότι «…όταν το, κατά τον έλεγχο της δαπάνης, παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα έχει αποτελέσει περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, το Ελεγκτικό Συνέδριο πρέπει να συμμορφωθεί με αυτή και δεν δικαιούται να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας ή μη της διαγνωσθείσας με την απόφαση έννομης συνέπειας, αφού ο έλεγχος της ορθότητας ή μη της αποφάσεως δεν συνιστά παρεμπίπτον ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 του π.δ. 774/1980».

2.  Αναφερόμενος στις «θεμελιώδη αρχή», που απορρέει από τα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος, ότι «η δικαστική αρμοδιότητα κρίνεται από τη φύση της διαφοράς την οποία δεν μπορεί να μεταβάλει ο νομοθέτης», την οποία μάλιστα έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, επισημαίνει ότι «οι διαφορές που ανακύπτουν από υποκείμενη σύμβαση ιδιωτικοί δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια και οσάκις παρεμβάλλεται πράξη της διοικήσεως…, αφού χωρίς υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου δεν είναι δυνατόν να ανακύψει αρμοδιότητα της διοικητικής δικαιοδοσίας».

3.  Περαιτέρω, εξαίροντας τις θεμελιώδεις για την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας αρχές του ορθού νομικού χαρακτηρισμού, στις οποίες δεν χωρεί επέμβαση του νομοθέτη, και τονίζοντας ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν μπορεί να υποκαθιστά τις αρμοδιότητες άλλων δικαστηρίων και βαθμών δικαιοδοσίας, καταλήγει ότι «η ισχύουσα δε Πολιτική Δικονομία καθώς και το άρθρο 98 του Συντάγματος σε συνδυασμό π.δ. 774/80 και 1225/81 δεν προσδίδουν δικαιοδοσία στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ως οιονεί, «super ακυρωτικό – αναιρετικό» να κηρύττει ανίσχυρες ως ανυπόστατες τις αμετάκλητες, ως εν προκειμένω, αποφάσεις των Μονομελών Πρωτοδικείων. Τέτοια δικαιοδοσία έχουν μόνο τα Πολιτικά Εφετεία και ο Άρειος Πάγος».

4.  Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνει επίσης ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν μπορεί να υποκαθιστά ούτε τα αρμόδια δικαστήρια που προβλέπει ο ίδιος ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας για τη διάγνωση του ανυπόστατου (ανύπαρκτου) μιας δικαστικής απόφασης. Συγκεκριμένα, τονίζει ότι «κατά το άρθρο 313 Κ.Πολ.Δικ. η αναγνώριση του ανυποστάτου (ανισχύρου) μιας δικαστικής απόφασης προϋποθέτει την τήρηση συγκεκριμένης εξαιρετικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου της ίδιας δικαιοδοσίας προς το δικαστήριο που την εξέδωσε «δι’ αγωγής ή ενστάσεως» που προϋποθέτει σχετική δίκη, στα πλαίσια της οποίας και μόνο μπορεί να κριθεί το ανίσχυρο – ανυπόστατο της καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας εκδοθείσας απόφασης και όχι με βάση τη διοικητική αρμοδιότητα παρεμπίπτοντα ελέγχου της νομιμότητας των δαπανών του Ελεγκτικού Συνεδρίου».

5.  Με βάση τα προεκτεθέντα καταλήγει ότι «εφόσον δηλαδή υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται απόλυτα κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών. Αντίστοιχη δέσμευση για το Ελεγκτικό Συνέδριο συντρέχει και όταν η απαίτηση στην οποία αφορά η υπό έλεγχο εντελλόμενη δαπάνη στηρίζεται σε απόφαση του αρμοδίου Τριμελούς Συμβουλίου, με την οποία επιβάλλεται κύρωση σε βάρος της Διοίκησης λόγω μη συμμόρφωσής της προς τελεσίδικη δικαστική απόφαση». Παράλληλα δε, τονίζει ότι «η Διοίκηση υποχρεούται να εκτελεί τις δικαστικές αποφάσεις και δεν δύναται να αρνείται τη συμμόρφωσή της προς αυτές, επικαλούμενη, κατά το δοκούν, ότι τούτες είναι ανυπόστατες».

Οι Δικηγόροι Χρήστος Νικολουτσόπουλος και Φωτεινή Δερμιτζάκη που χειρίζονται την υπόθεση αυτή δηλώνουν σχετικά:

«Η σημασία της Εισήγησης αυτής είναι αναμφισβήτητα τεράστια για τους εργαζομένους, οι οποίοι αναζήτησαν και πέτυχαν τη δικαστική προστασία τους, προσκρούοντας όμως στη συνέχεια στην παράλογη άρνηση εκτέλεσης των τελεσίδικων και αμετάκλητων αποφάσεων που είχαν εκδοθεί υπέρ τους. Όμως, η βαρύτητα της Εισήγησης δεν περιορίζεται σε αυτό. Με την Εισήγηση του Γενικού Επιτόπου Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Γεωργίου Κ. Σχοινιωτάκη, αναπτερώνονται οι ελπίδες αποκατάστασης τρωθέντων θεσμών, όπως και του θεμελιώδους δικαιώματος δικαστικής προστασίας και του σεβασμού του από το σύνολο των οργάνων της Πολιτείας, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη όλων των πολιτών στην ανεξάρτητη Ελληνική Δικαιοσύνη και τους Λειτουργούς της».