ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Με τρεις πολύ σημαντικές –ιδίως στην παρούσα οικονομικοπολιτική συγκυρία– αποφάσεις του το Πρωτοδικείο Αθηνών δικαίωσε 280 καθαρίστριες δημοσίων σχολείων, τα δικαιώματα των οποίων επί χρόνια παραβιάζονταν και συνεχίζουν να παραβιάζονται από τον εργοδότη τους, Ελληνικό Δημόσιο.

Συγκεκριμένα, οι καθαρίστριες αυτές ενώ εργάζονταν επί χρόνια (και πολλές από αυτές επί δεκαετίες) υπό συνθήκες προδήλως εξαρτημένης εργασίας χαρακτηρίζονταν ως “εργολάβοι”. Με τον ψευδεπίγραφο αυτό χαρακτηρισμό επιτυγχανόταν η απαλλαγή του εργοδότη τους (Ελληνικού Δημοσίου) από την εργατική νομοθεσία και, μεταξύ άλλων, η καταβολή πολύ μικρότερης αμοιβής από την κατώτατη προβλεπόμενη στη νομοθεσία για τους εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας και ειδικότητας. Ακόμα όμως και μετά την επίσημη ομολογία από το Ελληνικό Δημόσιο, διά των αρμοδίων οργάνων του, ότι πράγματι ο χαρακτηρισμός τους ως εργολάβων δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές συνθήκες εργασίας τους και ότι στην πραγματικότητα εργάζονταν υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, ομολογία η οποία έλαβε χώρα το 2005, το Ελληνικό Δημόσιο, όχι απλώς δεν αποκατέστησε την μέχρι τότε αδικία σε βάρος τους (με την καταβολή, ως θα όφειλε, των διαφορών μεταξύ των αποδοχών που τους κατέβαλλε και αυτών που επιβαλλόταν να τους καταβάλλει), αλλά εξακολούθησε να παραβιάζει την οικεία νομοθεσία. Έτσι, και μετά την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογήν του Π.Δ. 164/2004 (Π.Δ. «Παυλόπουλου») και του Ν. 3320/2005 εξακολούθησε να αρνείται να συνυπολογίσει την σχετική προϋπηρεσία για την κατάταξή τους στα ορθά (αντίστοιχα της προϋπηρεσίας αυτής) μισθολογικά κλιμάκια. Ενώ λοιπόν οι καθαρίστριες αυτές είχαν προηγουμένως (δηλαδή και πριν την κατάταξή τους σε θέσεις αορίστου χρόνου) εργασθεί επί χρόνια –ή και επί δεκαετίες– στα δημόσια σχολεία, τελικά το Ελληνικό Δημόσιο κατά την κατάταξη αυτή τις αντιμετώπισε ως νεοπροσλαμβανόμενες και εξακολούθησε να τους καταβάλλει αποδοχές κατώτερες των νομίμων.

Με τις αποφάσεις του αυτές το Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού διεπίστωσε ότι στην πραγματικότητα οι καθαρίστριες των δημοσίων σχολείων εργάζονταν υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας (όπως εξ άλλου και το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο είχε προηγουμένως –ήδη από το 2005– αναγνωρίσει μέσω του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κρίση που αργότερα επιβεβαιώθηκε και από το ΑΣΕΠ), έκρινε αφ’ ενός ότι θα έπρεπε και κατά τα χρόνια που χαρακτηρίζονταν ψευδεπίγραφα ως “εργολάβοι” (συμβασιούχοι των 300 ευρώ ! ) να αμείβονται τουλάχιστον με τον κατώτατο νομοθετικά προβλεπόμενο μισθό για τους εργαζομένους της ειδικότητας και της κατηγορίας τους (επιδικάζοντας τις σχετικές διαφορές αποδοχών) και αφ’ ετέρου ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να λάβει υπ’ όψιν του το σύνολο της προϋπηρεσίας τους με συμβάσεις “έργου” κατά την κατάταξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια. Η κρίση του δε αυτή βασίσθηκε και σε νομοθετική διάταξη που ειδικά για τους κατατασσόμενους σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου βάσει του Π.Δ. 164/2004 προβλέπει ρητά ότι “[ο] χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου”. Το Ελληνικό Δημόσιο ωστόσο παραβίαζε επί χρόνια και τη διάταξη αυτή, παρά την αδιαμφισβήτητη σαφήνειά της.

Ιδιαίτερα σημαντική ακόμη στην απόφαση αυτή είναι η κρίση ότι η διάταξη που ειδικά για τις απαιτήσεις των εργαζομένων του Δημοσίου προβλέπει διετή παραγραφή, ενώ τόσο οι απαιτήσεις του ίδιου του Δημοσίου απέναντι στους οφειλέτες του, όσο και οι απαιτήσεις των τρίτων έναντι του Δημοσίου καθώς και οι απαιτήσεις των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα έναντι των εργοδοτών τους παραγράφονται μετά πενταετία, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Πρωτοδικείο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος της 25.6.2009. Δυστυχώς, η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επίσης παραβλέπεται προκλητικά τόσο από τον Έλληνα Νομοθέτη (που ακόμη δεν έχει καταργήσει τα σχετικά προνόμια) όσο και –συχνά– και από τα ελληνικά δικαστήρια που εξακολουθούν να εφαρμόζουν τις ανίσχυρες –λόγω της αντίθεσής τους στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου– προνομιακές υπέρ του Δημοσίου ρυθμίσεις.

Οι δικηγόροι που χειρίστηκαν την υπόθεση αυτή, Χρήστος Νικολουτσόπουλος και Παναγιώτης Καμπίτης, δηλώνουν: “Για άλλη μια φορά η ελληνική δικαιοσύνη αποκαθιστά με ηχηρό τρόπο την επί χρόνια προκλητική παραβίαση των δικαιωμάτων –δυστυχώς από το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο– μίας από τις πιο ευάλωτες κατηγορίες εργαζομένων, των καθαριστριών των δημοσίων σχολείων. Η τόσο προκλητική παραβίαση των δικαιωμάτων των εργαζομένων από το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο που κατά το Σύνταγμα θα έπρεπε να αποτελεί τον υποδειγματικό εργοδότη” δεν είναι ανεκτή.