ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Της Ένωσης Ελλήνων Εργατολόγων


1. Σύμφωνα με τα εδάφια 2 έως 5 του άρθρου 4 § 1 του Ν. 3068/2002, τα οποία προστέθηκαν σε αυτό με το άρθρο 326 παρ. 5 του Ν. 4072/2012:

«Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης.

 Το δικαστήριο, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου.

Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοση του.

 Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης, υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου, επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο.» 

2. Εξ άλλου, από την θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, και τη διάταξη του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που καθιερώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, προκύπτει ότι το δικαίωμα δικαστικής προστασίας ως μερικότερα δικονομικά συνταγματικά δικαιώματα περιλαμβάνει: α) το δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στα δικαστήρια για έκδοση απόφασης στην ουσίας της υπόθεσης, β) το δικαίωμα για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και γ) το δικαίωμα για αναγκαστική εκτέλεση των (καταψηφιστικών) δικαστικών αποφάσεων (Πρακτικά Ολομ. Ελ.Συν. της 3ης Γεν. Συνεδρ. της 26.1.2011, Πρακτικό ΕλΣυν Τμ. VII 77/2011). Η δε αξίωση του καθενός για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως και η υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, κατοχυρώνονται τόσο από το άρθρο 95 παρ. 5 Σ, όσο και από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο εγγυάται την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο,  στην οποία ως αναγκαίο συμπλήρωμα περιλαμβάνεται και η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί. Διαφορετικά η παρεχόμενη δικαστική προστασία θα ήταν ουτοπική (Πρακτ. Ολομ. Ελ.Συν. της 3ης Γεν. Συνεδρ. της 26.1.2011 Πρακτ. Ολομ. Ελ. Συν. της 14ης Γεν. Συν. της 25.5.1998 και συναφή της 10ης Γεν. Συν. της 24.2.1999. Σχετ. και ΕΔΔΑ απόφ. Hornsby v. Greece του 1997).

3. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ 25 Α’), επικυρώθηκε και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997 (βλ. ανακοίνωση Υπουργείου Εξωτερικών Φ.0546/63/ΑΣ.292/Μ.2870/ 7.5.1997, ΦΕΚ 92 Α’), στο άρθρο 2 παρ. 3 αυτού ορίζει ότι: «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική αρχή θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή». Ως «πρόσφορη δικαστική προσφυγή» κατά την έννοια των άνω διατάξεων πρέπει να νοηθεί και η αίτηση για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

4. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, ενόψει του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος που κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος οι ως άνω διεθνείς συμβάσεις έχουν, πρέπει να μην εφαρμόζονται διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας, οι οποίες αντίκεινται προς τις ως άνω αρχές της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και το δικαίωμα σε αναγκαστική εκτέλεση υπό την έννοια της πραγμάτωσης των προβλεπόμενων από την έννομη τάξη δικαιωμάτων. Συνακόλουθα, υπάρχει υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται και στους εκτελεστούς τίτλους, όπως οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων και οι προσωρινές διαταγές που εκδίδουν έλληνες δικαστές, η εκτελεστότητα των οποίων δεν μπορεί να αφαιρεθεί ή να δυσχερανθεί υπέμετρα από τον νομοθέτη (πρβλ. Πρακτικό της 7ης/19.3.2003 Συν. Ολομ. Ελ.Συν., ΟλΑΠ 21/2001 για την διαταγή πληρωμής).

5. Με τα ως άνω νέα εδ. 2 έως 5 του άρθρου 4 § 1 του Ν. 3068/2002, καθιερώνεται το βάρος του διαδίκου που πέτυχε την έκδοσή δικαστικής απόφασης ή άλλου εκτελεστού τίτλου από τον οποίο απορρέει υποχρέωση του Δημοσίου σε καταβολή χρηματικού ποσού, να προσκομίσει ισόποση εγγυητική επιστολή τραπέζης. Διαφορετικά, εφόσον η απόφαση ή ο εκτελεστός τίτλος υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα, δεν χωρεί αναγκαστική εκτέλεση για την χρηματική απαίτηση αυτή.  Μείωση του ποσού της εγγυητικής επιστολής που απαιτείται, μέχρι το ήμισυ της απαίτησης, είναι δυνατή μόνο μετά από απόφαση του δικαστή που εξέδωσε την απόφαση ή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο μέσο ή βοήθημα.

Η ρύθμιση αυτή εισάγει υπέρμετρο περιορισμό κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος και των ως άνω διεθνών συνθηκών  και, αντιστοίχως, συρρικνώνει δυσανάλογα τα δικαιώματα του νικήσαντος αντιδίκου του Δημοσίου, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία ο νικήσας διάδικος στερείται κινητής ή ακίνητης περιουσίας (και λοιπών πιστοληπτικών κριτηρίων), με πιθανό αποτέλεσμα, καμία τράπεζα (για αυτόν, αλλά και για τυχόν άλλους λόγους) να μην δέχεται να εκδώσει εγγυητική επιστολή, ούτε καν για το ήμισυ του ποσού (βλ. σχετικά και τις παρατηρήσεις επί της σχετικής διατάξεως στην Έκθεση της Β’ Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών, Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας Σχεδίων και Προτάσεων Νόμων της Βουλής). Ζήτημα δημιουργείται, επίσης, ως προς τη στέρηση διάθεσης εκείνων των περιουσιακών στοιχείων του εντολέα της εγγυητικής επιστολής τα οποία, ενδεχομένως, έχει δεσμεύσει η τράπεζα, προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση εγγυητικής επιστολής (λ.χ. δέσμευση χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό, εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο, κ.λπ.), χωρίς μάλιστα να προβλέπεται υποχρέωση του Δημοσίου, εφόσον ηττηθεί και αμετακλήτως, προς αποζημίωση του αντιδίκου για τη ζημία που υπέστη από την προσωρινή στέρηση των περιουσιακών του στοιχείων (βλ. επίσης τις παρατηρήσεις επί της σχετικής διατάξεως στην Έκθεση της Β’ Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών, Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας Σχεδίων και Προτάσεων Νόμων της Βουλής). Η προνομιακή αυτή μεταχείριση του δημοσίου παραβιάζει άλλωστε την θεμελιώδη αρχή της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, αφού ακόμη και αν κρινόταν ότι εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας επειδή ουδόλως αναγκαία είναι για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκουν, δεδομένου ότι οι κοινές δικονομικές ρυθμίσεις προβλέπουν την δυνατότητα να διαταχθεί εγγυοδοσία (όπως τα άρθρα 162 επ. και 704-705 ΚΠολΔ κ.α.), καθώς και την χορήγηση αναστολής εκτέλεσης, τόσο για την περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου (όπως το άρθρο 913 ΚΠολΔ κ.α.), όσο και άλλων ενδίκων βοηθημάτων (όπως το άρθρο 938 ΚΠολΔ κ.α.).

Σε κάθε περίπτωση πάντως οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στους ως άνω προαναφερθέντες υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες όσον αφορά τις απαιτήσεις των εργαζομένων (είτε με δημοσίου δικαίου, είτε με ιδιωτικού δικαίου σχέση) από την εργασία τους. Κατά την κοινή πείρα οι εργαζόμενοι βιοπορίζονται με τον μισθό που λαμβάνουν και, ως εκ τούτου, δεν έχουν την απαιτούμενη πιστοληπτική ικανότητα για να λάβουν εγγυητική επιστολή. Για να προσκομίσουν όμως εγγυητική επιστολή θα υποχρεούντο κάθε φορά να καταθέτουν στην Τράπεζα το αντίστοιχο ποσό ως εγγύηση. Συνακόλουθα, το βάρος αυτό είναι προδήλως υπέρμετρα επαχθές για τους εργαζόμενους και ματαιώνει την αξίωση που έχουν για εκτέλεση της ευνοϊκής γι' αυτούς δικαστικής απόφασης. Μάλιστα, ακόμη πιο έντονο θα καθίστατο το ανωτέρω πρόβλημα αν καταλαμβάνονταν και οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων που υποχρεώνουν το Δημόσιο-εργοδότη σε καταβολή αποδοχών εργαζομένων, παρά το γεγονός ότι, προκειμένου να λάβει την απόφασή του το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές, διαπιστώνει ότι κινδυνεύει η διαβίωση του εργαζομένου και των μελών της οικογένειάς του. Έτσι, ο αποκλεισμός ειδικά των εργαζομένων από το πεδίο εφαρμογής των επίμαχων διατάξεων του ν. 3068/2002 επιβάλλεται τόσο από τις ανωτέρω διατάξεις, όσο και από το δικαίωμα εργασίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 22 παρ. 1 Σ.

Επομένως, εν προκειμένω είναι επιβεβλημένη η τελολογική συστολή των επίμαχων διατάξεων κατά τρόπον ώστε, με βάση την σύμφωνη με το Σύνταγμα και τις ως άνω διεθνείς συνθήκες ερμηνεία τους, να μην καταλαμβάνουν τους εργαζόμενους, για τις απαιτήσεις που συνδέονται με την εργασία τους.

6. Ανεξαρτήτως των προεκτεθέντων, όπως έχει κρίνει σχετικά και το ίδιο το αρμόδιο προς τούτο όργανο που προβλέφθηκε στον ν. 3068/2002 (Συμβ.Α.Π. 3/2006), οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων δεν υπάγονται στη διαδικασία του νόμου αυτού (3068/2002), αλλά το Δημόσιο υποχρεούται σε συμμόρφωση προς τις αποφάσεις αυτές αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου 700 επ. Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 232Α Π.Κ. Συνεπώς, οι επίμαχες διατάξεις ούτως ή άλλως δεν καταλαμβάνουν την εκτέλεση των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων.

7. Σε κάθε δε περίπτωση, από τις ίδιες τις επίμαχες διατάξεις προκύπτει ότι η προσκόμιση εγγυητικής επιστολής δεν απαιτείται σε καμία περίπτωση οσάκις το Δημόσιο υποχρεώνεται με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή με προσωρινή διαταγή να απασχολεί προσωρινά εργαζόμενο. Η καταβολή των αποδοχών στις περιπτώσεις αυτές έχει ως αιτία της την εργασία που παρασχέθηκε και όχι την δικαστική απόφαση. Συνεπώς, από το ίδιο το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η προσκόμιση εγγυητικής επιστολής για την καταβολή των αποδοχών του εργαζομένου. Άλλωστε η εγγυητική επιστολή αποκλειστικό σκοπό έχει να εξασφαλίσει τυχόν απαίτηση του Δημοσίου για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε αχρεωστήτως με βάση μία δικαστική απόφαση, στην περίπτωση που αυτή ανατραπεί εκ των υστέρων σε ευδοκίμηση ενδίκου μέσου ή βοηθήματος. Όμως, ακόμη και σε περίπτωση που τυχόν ανατραπεί στο μέλλον η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή η προσωρινή διαταγή που υποχρεώνει το Δημόσιο να απασχολεί προσωρινά τον εργαζόμενο, το τελευταίο δεν έχει αξίωση για επιστροφή των αποδοχών που κατέβαλε σ' αυτόν, καθόσον αποτελούν δεδουλευμένες αποδοχές, δηλ. το αντάλλαγμα για την εργασία που παρασχέθηκε. Ως εκ τούτου η απαίτηση να προσκομισθεί εγγυητική επιστολή για την εξασφάλιση μιας εκ των προτέρων προδήλως ανύπαρκτης απαίτησης του Δημοσίου αντίκειται όχι μόνο στις παραπάνω σαφείς διατάξεις αλλά και στον σκοπό τους και τη λογική ερμηνεία τους.

Αθήνα 14/6/2012

O ΠΡΟΕΔΡOΣ                                        Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                              ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚΟΛΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ                    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ